«Ως εκλείπει καπνός εκλιπέτωσαν…» Θάνος Μπλούνας


«Ως εκλείπει καπνός εκλιπέτωσαν…»

Θάνος Μπλούνας

Μέρα που είναι σήμερα για τη Λαμία, μπήκα στον πειρασμό να παραθέσω ένα επίκαιρο απόσπασμα από το νέο μου ανολοκλήρωτο βιβλίο με τον προσωρινό τίτλο «Η ζωή τους όλη», που δεν ξέρω αν και πότε «θα προκάνω» να το τελειώσω. Χρόνια μας πολλά!

(21 Οκτωβρίου 1944) Αφηγείται η παπαδιά
-Είναι αλήθεια πως άρχισαν να ξεκουμπίζονται οι Γερμαναράδες; ρώτησε αντιπροχτές το πρωί η Άννα τον παπα-Σταύρο.
-«Ως εκλείπει καπνός εκλιπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός….» , της απάντησε, λάμποντας από χαρά.


Προχτές το πρωί πάλι, πριν ακόμα φύγει για τα γραφεία της Μητρόπολης, όταν ο γείτονάς μας ο κυρ Αλέκος μας ανακοίνωσε ότι από την πλευρά της Ξηριώτισσας μπήκε στη Λαμία και κατευθύνεται προς το κέντρο ένα τμήμα του ΕΛΑΣ από το σύνταγμα του Θύμιου Ζούλα, με τον καπετάνιο του ΕΛΑΝ Σωτήρη Μπεγνή , ο παπάς μου έκανε σαν τρελός. Αφού αγκάλιασε και φίλησε τον κυρ Αλέκο, πήρε αγκαλιά τον Θοδωράκη μας, τον σήκωσε ψηλά, του απάγγειλε με στόμφο το «Αύτη η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος, αγαλλιασσώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή…» κι ύστερα άρχισε να ψάλλει το «Χριστός Ανέστη»! Αν δεν ήταν μπροστά ο κυρ Αλέκος, πιστεύω πώς θα με αγκάλιαζε και θα με φιλούσε κι εμένα με λαχτάρα, όπως τότε που είχα πάει στο Βόλο με την Άννα και του έλειψα. Τόση ήταν η χαρά του. Και ποιος δεν χάρηκε όμως;

Τόσα χρόνια αυτήν την ευλογημένη μέρα περίμενε ο κοσμάκης. Και χτες, έχοντας μάθει ότι θα έφτανε στην πόλη που γεννήθηκε ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, πλημμύρισαν από νωρίς το απόγευμα τους δρόμους που θα περνούσε, για να τον υποδεχτούν. Όταν επιτέλους φάνηκε με τη συνοδεία του κατά το σούρουπο στα νότια διαπύλια της πόλης, όπου βρίσκονταν χιλιάδες Λαμιώτες και κάτοικοι των γύρω χωριών έγινε πανζουρλισμός. Εγώ με τον παπά μου, έχοντας εμπιστευτεί τον Θοδωράκη στη φροντίδα της κυρα-Χαρίκλειας, πήραμε μαζί μας και την Άννα και περιμέναμε μαζί με πολύ κόσμο στην πλατεία Ελευθερίας.

Τα όσα έγιναν στα διαπύλια κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές, όπου έφτασε καβάλα στο άλογό του ο Άρης και οι αντάρτες που τον συνόδευαν, τα μάθαμε εκ των υστέρων. Όσο γι’ αυτά που ακολούθησαν από εκεί ως την πλατείας Ελευθερίας όπου συνέχισε πεζή με τη συνοδεία των συντρόφων του, βαδίζοντας ανάμεσα στον Περικλή και τον παπα-Ανυπόμονο τα διαβάσαμε σήμερα στην «Ρούμελη»:
«Από τη μια άκρη της πόλης ως την άλλη παρατεταγμένα τα συντάγματα της ΧΙΙΙης χαιρετούσαν τον αρχηγό τους. Οι αντάρτες συνεπαρμένοι από τον ενθουσιασμό τον υποδέχονταν με ζητωκραυγές και πυροβολισμούς. Οι χιλιάδες του λαού τον επευφημούν. Τα λουλούδια πέφτουν πάνω του βροχή. Τον στεφανώνουν με στεφάνια από δάφνη και μυρτιά».

Πρώτη φορά είδα την Άννα τόσο χαρούμενη όσο εκείνη τη μέρα. Με το που αντίκρισε τον Άρη με τη συνοδεία του όρμησε προς το μέρος τους, έβγαλε από την τσάντα της μια ελληνική σημαία που είχε ράψει μόνη της, χωρίς να μου πει τίποτα, αγκάλιασε τον πρώτο αντάρτη που βρήκε μπροστά της και την πέρασε στο λαιμό και στη ράχη του σαν να ήταν εσάρπα. Μετά από αυτό επέστρεψε κοντά μας κι άρχισε να χειροκροτεί κι εκείνη μαζί μου τους διερχόμενους αντάρτες, να ζητωκραυγάζει και να επαναλαμβάνει ρυθμικά ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΛΕΥ-ΘΕ-ΡΙΑ!

Από την πλατεία Ελευθερίας ο Άρης και η συνοδεία του κατευθύνθηκαν στα γραφεία του ΕΑΜ στην πλατεία Διάκου, για να συναντήσει τους γονείς του και τον αδελφό του. Ο κόσμος περίμενε πως ο Άρης θα έβγαζε λόγο και, αφού αυτό δεν έγινε, άρχισε ελαφρά απογοητευμένος να διαλύεται. Την ώρα που κατηφορίζαμε κι εμείς από την πλατεία Ελευθερίας προς στην πλατεία Λαού, ακούσαμε να λένε πως ο Άρης θα μιλήσει τελικά σε ειδική παμφθιωτική συγκέντρωση, που θα οργανώσει σε λίγες μέρες το ΕΑΜ στη Λαμία. Και φτάνοντας στην πλατεία Λαού, συναντηθήκαμε με έναν σαραντάρη, γνωστό του παπά μου, τον οποίο πρώτη φορά έβλεπα.

Αυτό που πρόσεξα και μου έκανε εντύπωση, όταν ο άντρας αυτός μας μίλησε, ήταν πως από το αριστερό του χέρι τού έλειπαν τρία δάχτυλα. Μου έκανε επίσης εντύπωση πως κρατούσε αγκαλιά ένα μωρό στην ηλικία του Θοδωράκη μας και πως δίπλα του βρισκόταν μια νέα κι όμορφη κοπέλα κοντά στα τριάντα, που πρέπει να ήταν η γυναίκα του και μια ηλικιωμένη, «μητέρα του ή πεθερά του» υπέθεσα. Ωστόσο, όπως κατάλαβα σύντομα από τη συζήτησή του αγνώστου με τον παπά μου, οι υποθέσεις μου για τις δυο γυναίκες που συνόδευε ήταν αβάσιμες. Ούτε σύζυγος ήταν η κοπέλα ούτε μητέρα ή πεθερά η ηλικιωμένη: Αρραβωνιαστικιά …με αβάπτιστο μωρό η πρώτη και κουμπάρα η δεύτερη!

-Παπα-Σταύρο, παπα-Σταύρο! Ο Κυριάκος είμαι. Με θυμάσαι; ήταν τα πρώτα λόγια του συνοδού των δυο γυναικών.
-Και βέβαια σε θυμάμαι, Κυριάκο μου, του αποκρίθηκε ο παπάς μου αγκαλιάζοντάς τον. Σε θυμάμαι και χαίρομαι πολύ που σε βλέπω επιτέλους στη Λαμία.
-Είμαστε πια λεύτεροι, παπά μου! Δεν έχω πλέον λόγο να κρύβομαι…
-Χαίρομαι γι’ αυτό. Και η κοπέλα από δω, πρέπει να είναι η αρραβωνιαστικιά σου, για την οποία μου είχες μιλήσει.
-Μάντεψες σωστά. Η αρραβωνιαστικιά μου η Χριστίνα, ο Λευτεράκης μας και η κυρα-Φρόσω, η μέλλουσα νονά του.

-Χαίρω πολύ, απευθύνθηκε ο παπάς μου στις δυο γυναίκες. Από δω η πρεσβυτέρα μου η Μαρία και η φίλη της η Άννα. Έχουμε κι εμείς ένα αγοράκι, τον Θοδωράκη μας, που είναι στην ηλικία του γιου σας, αλλά τον αφήσαμε στο σπίτι να το προσέχει μια γνωστή μας.
-Θυμάσαι τι μου υποσχέθηκες… Ελπίζω να γνωρίσω το γιο σας στο γάμο μας ή και νωρίτερα και να γίνουν φίλοι με τον δικό μας, σχολίασε ο Κυριάκος.

Η συζήτηση συνεχίστηκε για λίγα ακόμα λεπτά στο πόδι κι αφού αντάλλαξαν διευθύνσεις χωρίσαμε.
Γεμάτη περιέργεια, άρχισα να ρωτάω τον παπά μου γι’ αυτόν τον άνθρωπο, για τον οποίο δεν μου είχε μιλήσει ποτέ: Γιατί κρυβόταν; Πού είχαν γνωριστεί, αφού κρυβόταν; Τι είδους υπόσχεση ήταν αυτή που του έδωσε; Γιατί ήταν ακόμα αρραβωνιασμένος, ενώ είχε παιδί;

Εκείνος μου εξήγησε ότι ο γνωστός του λεγόταν Κουτσογιάννης. Ήταν γεωπόνος από τη Λαμία, αλλά τον καταζητούσαν οι Γερμανοί και κρυβόταν στις Ράχες. Εκεί είχαν συναντηθεί, όταν ο παπάς μου είχε πάει εκεί να λειτουργήσει και η υπόσχεση που του έδωσε τότε ήταν πως θα τον παντρέψει. Τέλος με πληροφόρησε ότι το παιδί δεν ήταν του Κουτσογιάννη! Είχε γεννηθεί, λέει, ορφανό από πατέρα αλλά ο Κουτσογιάννης θα το υιοθετήσει και θα παντρευτεί τη μητέρα του, η οποία τον έκρυψε επί δυο εβδομάδες στη Λαμία, όταν εκείνος δραπέτευσε από τους Γερμανούς και κατέφυγε τραυματισμένος στο σπίτι της.

-Δηλαδή η αρραβωνιαστικιά του είναι χήρα, συμπέρανα.
-Η αρραβωνιαστικιά του είναι μια βασανισμένη γυναίκα, η οποία του έσωσε τη ζωή, μου αποκρίθηκε.

Θάνος Μπλούνας