Αντάρτικο ειδύλλιο


1

Πρόκειται για το Γιάννη Τσώνη και τη σύζυγό του Πολυξένη. Εκ των οποίων οΓιάννης έχει περάσει πια στην αιωνιότητα και η κ. Πολυξένη ζει με το μικρότερο γιό της στο Αγρίνιο. Η αξιοπρόσεχτη περιπέτεια της ζωής τους, μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον, ώστε να τους επισκεφθώ πριν από κάποια χρόνια στο σπίτι τους στο Αγρίνιο.
Κατάγονταν, όπως μου είχαν πει, απ’ το ίδιο χωριό, το Μερίκι της Ευρυτανίας. Και, μολαταύτα ίσως ποτέ να μην είχαν προσέξει ο ένας τον άλλο, αν ο μεγάλος σκηνοθέτης της ζωής δεν τους είχε κανονίσει ένα καθοριστικό ραντεβού κάπου εκεί στ’ Άγραφα, μεταξύ Φθιώτιδας και Ευρυτανίας:

–Απ’ τις 2 Μαΐου του ’38, διηγιόταν ο Γιάννης, είχα υπηρετήσει στο στρατό, απ’ όπου και απολύθηκα στις 2 Μαΐου του ’40. Για να με ξανακαλέσουν μόλις ύστερα από τρεις μήνες, στους εφέδρους. Κι έτσι ο πόλεμος του ’40 με βρήκε στο Καλπάκι. Απ’ όπου με τα πόδια φτάσαμε μέχρι το Τεπελένι, μέσα σε τρία μέτρα χιόνι. Έπαθα κρυοπαγήματα. Μου απένειμαν ηθικές αμοιβές, επειδή ήμουνα καλός στρατιώτης και πολεμιστής.

Επειδή όμως στη διάρκεια της Κατοχής ήμουνα οργανωμένος στο ΕΑΜ, το καλοκαίρι του 1946 κάποιοι με χτύπησαν άσχημα. Και γι’ αυτό, προκειμένου ν’ αποφύγω τα χειρότερα, αναγκάστηκα να καταταχτώ στο δημοκρατικό στρατό, όπου υπηρέτησα ως λοχαγός.
Σε κάποια μάχη στη Φθιώτιδα τραυματίστηκα. Με τις φωνές, με άκουσαν απ’ τα διπλανά φυλάκια και η Πολυξένη-η γυναίκα μου-ήταν η πρώτη, που ήρθε και περιποιήθηκε το τραύμα μου. Με πήρε στον ώμο, και με ανέβασε σε ασφαλέστερο σημείο. Και μετά το περιστατικό αυτό χαθήκαμε».

-Εσείς, ρώτησα την κυρία Πολυξένη, πώς βρεθήκατε στο αντάρτικο;
-Εμένα με επιστράτευσαν οι αντάρτες.
-Αν δεν κάνω λάθος, είχατε και σεις τραυματιστεί.
-Βέβαια. Ήμασταν κάπου κοντά στα σύνορα, με το Φλωράκη. Είχαμε αποκλειστεί. Εκεί τραυματίστηκα. Έκατσα 18 μέρες μέσα σε μια σπηλιά. Η σφαίρα είχε διαπεράσει το σαγόνι μου και είχε καταστρέψει τα δόντια μου. Θυμάμαι τα σκουλήκια, που έπεφταν απ’ την πληγή σαν κριθαράκι και γέμιζαν το στόμα μου. Ακόμη σήμερα δεν μπορώ να φάω κριθαράκι.….
-Τελικά τι απογίνατε μετά τον τραυματισμό σας;

-Εγώ ,λέει ο Γιάννης, δύο μήνες παρέμεινα σε μια κρυψώνα μέσα στο δάσος. Εκεί με ανακάλυψε ο στρατός. Σκέφτηκα ότι θα με σκότωναν. Ένας όμως ανθυπολοχαγός, Γιώργος Δεληγιάννης απ’ την Αλεξανδρούπολη -δεν θα ξεχάσω ποτέ το όνομά του: -μου ‘δωσε θάρρος: «Μη φοβάσαι Μη φοβάσαι»! μου φώναζε διαρκώς. Κι όχι μόνο δεν με σκότωσαν, αλλά κυριολεκτικά «με κράτησαν στα χέρια. Έπεσα σε άγιους ανθρώπους…
-Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα και στη δική μου περίπτωση, λέει η κ. Πολυξένη: Ύστερα από λίγο καιρό ανακάλυψαν την κρυψώνα μας και μας συνέλαβαν. Δυο τρεις άντρες, που ήταν τραυματίες, τους σκότωσαν. Έναν άλλο τον έριξαν από μια γέφυρα στο ποτάμι κι έπειτα είπαν σε μένα: «Συναγωνίστρια ο συναγωνιστής πάει για ψάρεμα…».

-Ποια ήταν η οδύσσεια του καθενός σας από δω και πέρα;
-Από δω και πέρα, λέει ο Γιάννης, άρχισε η περιπέτεια των φυλακών: Πέρασα από δυο στρατοδικεία και καταδικάστηκα δεκαεφτά και δώδεκα χρόνια αντίστοιχα. Γιατί, πέραν της κατηγορίας ότι κατατάχτηκα στο δημοκρατικό στρατό, δεν με βάραινε καμιά άλλη. Στη φυλακή κάθισα τρία χρόνια και για το υπόλοιπο της ποινής μου πήρα χάρη.
-Εμένα, λέει η κ. Πολυξένη, μετά τη σύλληψή μου με πήρε ο στρατός και με πήγε στην Άρτα και τελικά στην Αθήνα, όπου πέρασα δυο-τρεις μήνες στο νοσοκομείο. Κι όταν έγινα καλά, πέρασα από στρατοδικείο και αθωώθηκα.
-Τελικά πώς φτάσατε στο γάμο;

-Μετά το περιστατικό του τραυματισμού μου, συνεχίζει ο Γιάννης, χαθήκαμε. Και δεν ήξερα αν η Πολυξένη ζει ή χάθηκε. Και χάρηκα, όταν στις φυλακές της Λαμίας την ξαναείδα. Είπα, λοιπόν, στον πατέρα μου: Θα πάρεις αυτή την κοπέλα στο σπίτι μας. Κι αν γυρίσω στο σπίτι θα την παντρευτώ. Αν δεν γυρίσω, θα την παντρέψεις εσύ, σάμπως να ’ναι κόρη σου. Έτσι κι έγινε. Ο πατέρας μου, όπως του είπα, πήγε και την πήρε και την έφερε στο σπίτι μας, όπου και με περίμενε.
Δυο μέρες μετά την επιστροφή μου έγινε ο γάμος μας. Η ζωή μας από κει και πέρα ήταν, δόξα τω Θεώ, όμορφη και ευτυχισμένη. Έχω δυο γιους-καλά παιδιά -και τέσσερις εγγονές.
Έτσι η οδύσσειά μου, που άρχισε στις δύο Μαΐου του ’38 ύστερα από περιπέτεια δεκατεσσάρων χρόνων, τερματίστηκε στις δύο Μαΐου το ’52, οπότε και γύρισα στο σπίτι μου. Η ημερομηνία δύο Μαΐου κατά ένα μυστηριώδη τρόπο σημάδεψε τους αλλεπάλληλους σταθμούς της 14χρονης οδύσσειάς μου: Στο στρατό, στο αντάρτικο, στη φυλακή, στην επιστροφή στο σπίτι μου….
-Εσάς τους αριστερούς, είπα, σας κατηγορούν για εγκλήματα.

-Εκείνα τα χρόνια είπε ο Γιάννη με τα μεγάλα πάθη και λάθη έγιναν πολλά από αριστερούς και δεξιούς. Και βέβαια κανείς δεν γνωρίζει τι γινόταν στην ώρα της μάχης. Αλλά πέραν αυτού δεν έβλαψα κανέναν. Αντίθετα μάλιστα, όπου μπορούσα, βοηθούσα. Σχεδίαζαν, για παράδειγμα, να σκοτώσουν κάποιους απ’ τη Φραγκίστα Ευρυτανίας. Τους ειδοποίησα και γλίτωσαν και μ’ ευγνωμονούσαν.
– Πώς αντέξατε τις τόσες περιπέτειες;
-Ακούω κάποιους, που μιλούν για το αντάρτικο και χαμογελάω με συγκατάβαση. Γιατί κανείς δεν μπορεί ούτε να φανταστεί πώς αντέξαμε τρεις χειμώνες να κοιμούμαστε πάνω στο χιόνι, μετακινούμενοι ασταμάτητα από τόπο σε τόπο. Μόνο ο Θεός ξέρει πώς κρατηθήκαμε στη ζωή…

papailias

Διαβάστε περισσότερα: http://www.gkordis.com/2017/11/blog-post_6.html#ixzz4xdSfD25n