Ο Καλόγηρος, η γοργόνα και το νησάκι του έρωτα …του Θάνου Μπλούνα  



ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ
Ο Καλόγηρος, η γοργόνα και το νησάκι του έρωτα
(Αφήγημα για μια κατ’ εξακολούθηση απόδραση απ’ τα προβλήματα του σήμερα )

Όλο και πιο συχνά τα τελευταία δύσκολα χρόνια κλεισμένος στο σπίτι έχω τις μαύρες μου, καθώς αναλογίζομαι τα δυσκολότερα που έρχονται για τους Έλληνες και τα πολύ χειρότερα που περιμένουν στη γωνία τους ανθρώπους της ηλικίας μου. Όταν όμως ο ήλιος λούζει στο φως τον ευλογημένο τόπο που ζω και μου γνέφει απ’ το τζάμι να βγω έξω για έναν περίπατο, η διάθεσή μου αλλάζει. Περνώ στον ώμο το λουρί μιας μικρής τσάντας με το βιβλίο που διαβάζω κάθε φορά, καλωδιώνομαι σαν έφηβος με τα ακουστικά του κινητού, επιλέγω κάποια από τα αποθηκευμένα σ’ αυτό παλιά αγαπημένα μου τραγούδια και ξεκινώ την πορεία μου με προορισμό τον Καλόγηρο.

O Καλόγηρος είναι μια λαϊκή πλαζ πολύ κοντά στη Στυλίδα, ιδιαίτερα δημοφιλής το καλοκαίρι στους ξένους εργάτες που ζουν στην πόλη μας και όχι μόνο. Μαζί μ’ αυτούς κολυμπούν και πολλοί Στυλιδιώτες. Οι τελευταίοι, λόγω της οικονομικής κρίσης, αυξάνονται διαρκώς, αφού κάθε χρόνο στους παλιούς προστίθενται και νέοι, που δεν διαθέτουν πλέον αυτοκίνητο και δεν τους περισσεύουν ναύλα, για να πάνε σε κάποια κοσμικότερη πλαζ.
Απέχει λιγότερο από μισή ώρα με τα πόδια από το σπίτι μου ο Καλόγηρος και περνάω από κει για μια καλημέρα και το φθινόπωρο και τον χειμώνα που ερημώνει, για να μην μένει με το παράπονο ότι τον ξέχασα κι εγώ. Τώρα την άνοιξη όμως σιγά σιγά ζωντανεύει και φιλοξενεί αρκετούς επισκέπτες, που τους οδηγεί κι εκείνους ως εκεί τραβώντας τους απ’ το μανίκι ο ήλιος.

Πεζοπορώντας, ακούγοντας μουσική κι αντιχαιρετώντας γνωστούς που συναντώ πεζούς ή που περνούν δίπλα μου εποχούμενοι και μου κορνάρουν, σε είκοσι λεπτά φτάνω στο γειτονικό του δημοτικό πάρκο. Αν δεν είχε φροντίσει η άνοιξη να το στολίσει με πράσινο κι αγριολούλουδα, η εικόνα της ερήμωσης και εγκατάλειψης που παρουσιάζει θα ήταν χειρότερη: μια ξύλινη παγόδα που σαπίζει αναξιοποίητη, σπασμένα παγκάκια, ξηλωμένα κιόσκια, άνυδρες βρύσες κι ένα πετρόχτιστο ρέμα γεμάτο σκουπίδια… Τουλάχιστο, αν είχε γίνει το γηπεδάκι μπιτς βόλεϊ, που κάποιος αντιδήμαρχος βιάστηκε να εξαγγείλει πρόπερσι, ο ευρύτερος χώρος του Καλόγηρου θα ξαναζούσε και πάλι τους καλοκαιρινούς μήνες κάτι απ’ την ατμόσφαιρα της παλιάς καλής εποχής…

Πενήντα μέτρα απέχει απ’ το ανατολικό άκρο του πάρκου η πλαζ. Στην ακρογιαλιά, όπως και στο ρέμα, δεν υπάρχουν αγριολούλουδα για να καλύψουν τα αμάζευτα σκουπίδια των ασυνείδητων επισκεπτών. Ωστόσο, για τους διψασμένους περιπατητές υπάρχει μια πέτρινη βρύση, χτισμένη με τη φροντίδα του οικολογικού συλλόγου μας και αφιερωμένη στη μνήμη του Στυλιδολάτρη Αλέκου Κουσβελάρη, που ευτυχώς εξακολουθεί να λειτουργεί. Κι εκτός από τη βρύση, υπάρχουν ακόμα δυο τρία αρτιμελή παγκάκια κι ένα ετοιμόρροπο κιόσκι, που τοποθετήθηκαν εκεί από τον δήμο προ εικοσιπενταετίας. Εκεί μπορεί κάποιος να καθίσει να ξεκουραστεί και, αγναντεύοντας τη θάλασσα, να δραπετεύσει από το σκηνικό της εγκατάλειψης.

Εκεί, σ’ ένα από τα εναπομείναντα παγκάκια, κάθομαι κάθε φορά κι εγώ. Με το ενδιαφέρον μυθιστόρημα στο γόνατο και την άκρη του ποδιού μου ν’ απέχει ελάχιστα εκατοστά απ’ το ακρογιάλι, περνώ μια δυο ώρες διαβάζοντας και ρεμβάζοντας. Ανοίγω το βιβλίο στη σελίδα που σταμάτησα την προηγούμενη μέρα, συναντώ τους ήρωές του στο κατάστρωμα του «Θερσίτη» και συνταξιδεύω μαζί τους νοερά ως τον Άι-Στράτη κι από κει στη Λέσβο και τη Χίο. Κάποια στιγμή όμως τους αποχωρίζομαι προσωρινά κι επιστρέφω στον Καλόγηρο.

Μπροστά μου η θάλασσα του Μαλιακού, η δική μας θάλασσα, πλανεύτρα κι ακύμαντη με προσκαλεί για ένα ευχάριστο διάλειμμα. Θαλασσοπούλι το βλέμμα μου βουτά στα διάφανα νερά μπροστά μου αναζητώντας «στου…βυθού τα βοτσαλάκια» κάποιο από τα καβουράκια που απαθανάτισε ο σπουδαίος λαϊκός τροβαδούρος απ’ τα Τρίκαλα. Σε λίγο αναδύεται από στην επιφάνεια και χαμηλοπετά ως τα βραχάκια, που βρίσκονται δίπλα στον νότιο φάρο του δίαυλου. Εκεί συντροφεύει για λίγο τους γλάρους κι έναν τσικνιά που βρίσκεται ανάμεσά τους, περιμένοντας από ώρα το ταίρι του, που αλητεύει.

Έχουν κι αυτοί για στέκι τους τον Καλόγηρο και μετά το πολύωρο κολύμπι τους ξεκουράζονται άλλοι πάνω στους φάρους κι άλλοι πάνω στη ζεστή πέτρα των μικρών βράχων. Τους κοιτάζω να λιάζονται ασάλευτοι και σκέφτομαι πως, αν ήμουν πρόεδρος του Λιμενικού Ταμείου, θα ‘βρισκα τρόπο να στήσω πάνω στα βραχάκια κάτι που ν’ αποτελέσει το σήμα κατατεθέν της θαλασσινής μας πόλης. Παλιά φανταζόμουν εκεί ένα ψηλό άγαλμα του Ποσειδώνα, κάτι σαν μινιατούρα του Κολοσσού της Ρόδου, με τα πόδια ανοιχτά πάνω στους μικρούς βράχους. Μετά την οικονομική κρίση η φαντασία μου προσγειώθηκε σε κάτι λιγότερο δαπανηρό, δυο δελφινάκια σε φυσικό μέγεθος. Και τα τελευταία δυο χρόνια το μυαλό μου έχει κολλήσει σε μια μικρή γοργόνα.

Η πρώτη και πασίγνωστη «μικρή γοργόνα», έχει αράξει εδώ κι έναν αιώνα πάνω σ’ ένα μικρό βράχο της Βόρειας Θάλασσας κι από κει αφηγείται στους ναυτικούς άλλοτε τα παραμύθια του Άντερσεν κι άλλοτε τις επικές σκανδιναβικές σάγκες και τα θρυλικά κατορθώματα των Βίκινγκ. Τούτη η δεύτερη, που ονειρεύομαι, θα ‘ναι Ελληνίδα, όμορφη σαν τις κοπέλες της Στυλίδας, γέννημα θρέμμα του Μαλιακού! Τη φαντάζομαι να κάθεται ολημερίς κι ολονυχτίς πάνω στο πιο ψηλό βραχάκι του Καλόγηρου και να καλωσορίζει ή να ξεπροβοδίζει τους ψαράδες καθώς περνούν με τις βάρκες και τα καΐκια τους από τον δίαυλο. Να ρωτά τους ναυτικούς των ποντοπόρων καραβιών, που φτάνουν ως το λιμάνι μας, αν ζει κάπου ο αδελφός της ο Μεγαλέξανδρος! Να τους μιλά για τα αρχαία Φάλαρα, για την νεότερη ιστορία και τους ανθρώπους της πόλης μας και της περιοχής φτάνοντας ως τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, που ο Καλόγηρος ήταν ακόμα κάθε καλοκαίρι στις δόξες του.

Εκείνα τα καλοκαίρια, όσοι δεν είχαν διάθεση για περπάτημα, πάνω στον γεμάτο σκόνες χωματόδρομο που οδηγούσε στην πολυσύχναστη πλαζ, είχαν τη δυνατότητα με δυο δραχμούλες εισιτήριο να φτάσουν ως εκεί δια θαλάσσης! Η «Μαίρη» κι ο «Έρως» -δυο ταπεινές ψαρόβαρκες- μετέφεραν καθημερινά απ’ το λιμάνι της Στυλίδας κοπέλες σαν τα κρύα νερά και ηλιοψημένους νεαρούς Στυλιδιώτες που πήγαιναν ως εκεί για ν’ ανταλλάξουν εύγλωττες ματιές, να απευθύνουν ή να δεχτούν φιλοφρονήσεις και πειράγματα και να κολυμπήσουν ως το νησάκι. Εκεί, πολλοί από αυτούς, κάνοντας υποτίθεται ηλιοθεραπεία στη νότια πλευρά του -αθέατοι απ’ την ακτή και τους γονείς τους- έβρισκαν ευκαιρία ν’ ανταλλάξουν κλεφτά φιλιά κι όρκους παντοτινής αγάπης…

Τα θυμάμαι όλα τούτα με νοσταλγία, καθώς αγναντεύω απ’ το παγκάκι μου το νησάκι…του έρωτα. Στις μέρες μας οι περισσότεροι γονείς έπαψαν πια να απαγορεύουν την προσέγγιση αγοριών στα κορίτσια τους και το θέαμα των ερωτευμένων νέων που αγκαλιάζονται και φιλιούνται ελεύθερα στους δρόμους, στα πάρκα και στις πλατείες δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο. Δεν ξέρω πάντως αν τώρα, που οι νέοι μας είναι κατά κανόνα ελεύθεροι να ερωτευτούν, απολαμβάνουν περισσότερο απ’ ό,τι τότε τα φιλιά τους. Αυτό που ξέρω είναι πως η λαχτάρα να δοκιμάσεις «το απαγορευμένο», αψηφώντας τις συνέπειες που θα ακολουθήσουν, το καθιστά συχνά απολαυστικότερο -μάρτυρές μου ο Αδάμ και η Εύα… Κι αυτό που διαπιστώνω κάθε φορά που βρίσκομαι στον Καλόγηρο είναι πως το νησάκι έπαψε πλέον ν’ αποτελεί καταφύγιο των ερωτευμένων, πως ακόμα και το καλοκαίρι ελάχιστους πλέον δέχεται επισκέπτες. Τους περισσότερους μήνες του χρόνου απομένει εκεί παραπονεμένο, με μοναδική συντροφιά μια ανεμοδαρμένη γαλανόλευκη σημαία, που έστησε σ’ αυτό ο αξέχαστος φίλος μου Αλέκος.

Το προσωρινό μου διάλειμμα απ’ τη μελέτη του βιβλίου δεν διαρκεί πολύ. Το βλέμμα μου αφού ξεκουραστεί για λίγο στη μέση του Μαλιακού, εκεί που τα νερά βάφονται τις ηλιόλουστες μέρες μ’ ένα αστραφτερό λουλακί χρώμα, βρίσκεται μ’ ένα πήδημα στην απέναντι ακτή για ν’ ανηφορίσει στον Καλλίδρομο και στις χιονοσκέπαστες ακόμα κορυφές του επιβλητικού Παρνασσού και των δυτικών γειτόνων του. Από κει επιστρέφει στο βιβλίο για να συνεχίσει το ταξίδι στο Αιγαίο, που άρχισε με τον «Θερσίτη».

Τελειώνοντας το κεφάλαιο, που διαβάζω κάθε φορά, παίρνω τον δρόμο του γυρισμού. Είναι μέρες που η επιστροφή μου στο σπίτι γίνεται με κάμποσες ενδιάμεσες στάσεις και διαρκεί περισσότερο απ’ το κανονικό. Αιτία των στάσεων άλλοτε δυο κουβέντες στο πόδι με κάποιον γνωστό κι άλλοτε τα πολύχρωμα αγριολούλουδα που μαζεύω για ν’ αντικαταστήσω φτάνοντας στο σπίτι αυτά που μαράθηκαν. Αυτό έκανα και σήμερα κι επιπλέον αποφάσισα και νομίζω πως τα κατάφερα να βάλω και κάποια τάξη στο χάος που επικρατεί συνήθως στο γραφείο μου. Φρόντισα μάλιστα, πριν αρχίσω να πληκτρολογώ τούτες τις γραμμές, και να το φωτογραφίσω, γιατί σπάνια μπαίνω στον κόπο να το συγυρίσω.

Κάποιοι από τους αναγνώστες όσων έγραψα σήμερα, πιθανώς θα ρωτήσουν: Τι μας νοιάζουν τώρα εμάς οι βόλτες σου στον Καλόγηρο, τα όνειρά σου για τη γοργόνα, οι αναμνήσεις σου από το νησάκι του έρωτα, τ’ αγριολούλουδα που μαζεύεις καθ’ οδόν και το σχεδόν μονίμως ασυμμάζευτο γραφείο σου; Τους απαντώ: Η κεντρική ιδέα που λέγαμε στο σχολείο ή, αν προτιμάτε, το μήνυμα της οιονεί μαθητικής έκθεσης ιδεών που διαβάσατε με το σύνηθες στο σχολείο εκείνων των χρόνων θέμα «Ένας ανοιξιάτικος περίπατος», είναι τούτο: Όσο έχει κανείς την υγεία του, ακόμα κι αν βρίσκεται στην Ελλάδα της οικονομικής (και όχι μόνο…) κρίσης και στα πρόθυρα της τέταρτης ηλικίας, αξίζει να ζει! Γιατί, ειδικά την άνοιξη σ’ ένα όμορφο μέρος σαν τη Στυλίδα, η ζωή είναι ωραία! La vita e bella! που θα ‘λεγε κι ο Ρομπέρτο Μπενίνι….

(Στυλίδα 30.3.2018)

Θάνος Μπλούνας

 

Διαβάστε περισσότερα: http://www.gkordis.com/2018/03/blog-post_88.html#ixzz5BLS7WxRh