Η Λαμία ή το Ζητούνι (426π.Χ.-…)


Η Λαμία (αναφερόμενη από τον 8ο μέχρι το 19ο αιώνα με το όνομα  Ζητούνι) είναι πόλη και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Φθιώτιδας. Έχει πληθυσμό 52.006 κατοίκους. Η Λαμία μέχρι το 1950 ήταν χτισμένη πάνω σε δύο λόφους, που είναι οι απολήξεις της ‘Οθρυος. Σήμερα, όμως, σκεπάζει όχι μονάχα τούτους τους λόφους, μα έχει ξεχυθεί, όπως η λάβα του ηφαιστείου, σ’ όλες τις πλαγιές, τις ρεματιές, τις γόνιμες και άγονες περιοχές μέχρι τον κάμπο του Σπερχειού. Αποτελεί κέντρο εύφορης αγροτικής και κτηνοτροφικής περιοχής. Με την εφαρμογή, την 1η Ιανουαρίου του 2011, του αυτοδιοικητικού Προγράμματος «Καλλικράτης», η Λαμία παρέμεινε ως έδρα του διευρυμένου Δήμου Λαμιέων, ο οποίος έχει πληθυσμό 75.315 κατοίκους (επίσημη Απογραφή 2011). Επίσης, παρέμεινε έδρα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, συσσωρεύοντας όλες τις προβλεπόμενες υπηρεσίες.

Η Λαμία
Το Κάστρο της Λαμίας

Το όνομα της Λαμίας

Το πώς, από ποιους, πότε και με ποια αιτιολόγηση η πόλη βαφτίστηκε, δεν το γνωρίζουμε με ακρίβεια. Ξέρουμε μονάχα, πως τούτο ήτανε το αρχικό της όνομα και πως στη συνέχεια το έχασε μία δύο φορές, μα το ξαναπέκτησε. Κατά τη μυθολογία, η Λαμία χτίστηκε απ’ το Λάμο, το γιο του Ηρακλή και της Ομφάλης, της ακόλαστης χήρας – βασίλισσας της Λυδίας, που αγόρασε απ’ τον Ερμή, τον Ηρακλή. Μαζί της ο Ηρακλής έκανε κι άλλους δύο γιους: τον Αγέλαο και τον ‘Υλλο.

Μια άλλη εκδοχή, παρμένη απ’ τη μυθολογία και πάλι, είναι ότι χτίστηκε απ’ τη Λαμία, τη Βασίλισσα των Τραχινίων, θυγατέρα του Ποσειδώνα. Τούτο το συμπέρασμα βγαίνει απ’ τα Φωκικά του Παυσανία:

«Την δε πρότερον γενομένη Σίβυλλαν, ταύτη ταις μάλιστα ομοίως ούσαν αρχαίαν εύρισκον, ην θυγατέρα ‘Ελληνες Διός και Λαμίας της Ποσειδώνος φασίν είναι, και χρησμούς τε αυτήν γυναικών πρώτης άσαι και υπό των Λιβύων Σίβυλλαν λέγουσιν ονομασθήναι».

Η λέξη Λαμία ετυμολογικά συγγενεύει με το λαιμός ή λάμος, που σημαίνει χάσμα, βάραθρο ή και αχόρταγος, λαίμαργος. Γνωστό, πως μέσα από την πόλη περνούσε μεγάλο και βαθύ ρέμα. Στη Βορειανατολική πλευρά της Πλατείας Λαού, σε πρόσφατη ανασκαφή για ανοικοδόμηση, αποκαλύφθηκε ένα βαθύ φαράγγι με μπόλικο τρεχούμενο νερό. ‘Αλλωστε και τα πλατάνια της είναι αδιάψευστοι μάρτυρες. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, η Λαμία να ονομάστηκε έτσι από τούτο το ρέμα και τις πολλές της λάμιες, που ζούσαν εκείνα τα χρόνια στην πυκνή της βλάστηση.

Υπάρχει κι άλλη μια θεωρία. ίσως πιο αξιόπιστη. Ο Αριστοτέλης αναφέρει, ότι η λέξη Λαμία είναι γένους θηλυκού, ονόματος επιθέτου και σημαίνει την περιοχή, τη χώρα, την πόλη που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο λόφους. Και μιας και τούτο όντως συμβαίνει, μπορούμε να λάβουμε τούτη την εκδοχή σαν την πιο σωστή. Γύρω στο 19 μ.Χ. η Λαμία για πρώτη φορά χάνει τ’ όνομά της και λέγεται Σεβαστή. Μάρτυρας η ακόλουθη περιγραφή:

«Η πόλις σεβαστή ων Λαμιέων Μνασιλαϊδα παρά μόνον, φύσει δε Ξενοφάντου αρετής ένεκεν και ευνοίας της εις αυτήν».

Πότε ξαναπήρε το όνομα Λαμία δε γνωρίζουμε, όπως επίσης δε γνωρίζουμε πότε και από ποιούς μετονομάστηκε Ζητούνι. ‘Ισως τούτο να έγινε στους χρόνους του Ιουστινιανού. Την πρωτοσυντάμε σαν Ζητούνι στην 8η Οικουμενική Σύνοδο, στα 869. Εμφανίζεται δε με μια ποικιλία παραλλαγών, όπως: Ζητούνιον, Ζηρτούνιον, Ζητόνιον, Gipton (κατά του βυζαντινούς χρόνους), Situn (κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας), El Sito (κατά την σύντομη κατοχή των Καταλανών) και Ιzντίν κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας. Πολλοί ιστορικοί προσπάθησαν να δώσουν κάποια εξήγηση, όσον αφορά την προέλευση της λέξης. Μερικοί πιστεύουν, πως προέρχεται απ’ το τούρκικο ή αραβικό Zeitun, που σημαίνει ελιά. ‘Αλλοι λένε, πως προέρχεται απ’ τη σλαβική λέξη σιτόνιον, που σημαίνει η σιτοβόλος περιοχή ή «πέραν του ποταμού κειμένη χώρα». ‘Ολα, όμως, είναι εικασίες. Τίποτα σίγουρο.

Η Λαμία κατά την αρχαιότητα

Το πότε ακριβώς χτίστηκε δεν το γνωρίζουμε, γιατί ούτε ο Ηρόδοτος, που περιγράφει την πορεία του Ξέρξη, την αναφέρει και τούτο ίσως γιατί δεν υπήρχε, ίσως γιατί ήταν μικρή και ασήμαντη ή ίσως γιατί δεν ήταν στο δρόμο του, μα ούτε και ο Θουκυδίδης, που περιγράφει την εκστρατεία του Βρασίδα στα 424 π.Χ. προς τη Θράκη, αν και πέρασε μέσα απ’ την Ηράκλεια για τη Μελιταία, αναφέρει τίποτα για τη Λαμία. Μνημονεύεται για πρώτη φορά απ’ το Δημήτριο Καλλατιανό στα 427 π.Χ., εξ’ αιτίας του τρομακτικού και καταστρεπτικού σεισμού της περιοχής:

«Δημήτριος δ’ ο Καλλατιανός τους καθ’ όλην την Ελλάδα γενομένους ποτέ σεισμούς διηγούμενος των τε Λιχάδων νήσων και του Κηναίου τα πολλά καταδύναι φήσι, τα τε θερμά τα εν Αιδηψώ και Θερμοπύλαις επί τρείς ημέρας επισχεθέντα πάλιν ρυήναι, τα δ’ εν Αιδηψώ και καθ’ ετέρας αναρραγήναι πηγάς. Ωρεών δε το προς θαλάττη τείχος και των οικίων ερί επτακοσίας συμπεσείν, Εχίνον τε και Φαλάρων και Ηρακλείας της Τραχίνος, των μεν πολύ μέρος πεσείν, Φαλάρων δε και εξ’ εδάφους ανατραπήναι το κτίσμα, παραπλησία δε συμβήναι και Λαμιεύσι και Λαρισσαίοις…». Στράβων, Α’ 60).

Σχετικά με την ίδρυση της πόλης λέγεται, ότι χτίστηκε στα 426 π.Χ. απ’ τους Μαλιείς σαν αντίβαρο και για λόγους στρατιωτικούς, επειδή εκείνη τη χρονιά οι Σπαρτιάτες έχτισαν την Ηράκλεια στη θέση της παλιάς Τραχίνας.

Στο ότι είναι μάλλον έργο των Μαλιαίων, συνηγορεί και το γεγονός ότι το δυτικό μέρος του Φρουρίου της πόλης είναι πολυγωνικό, δηλαδή τρόπος δόμησης του τέλους του 6ου και των αρχών του 5ου αιώνα. Ίσως όμως και να χτίστηκε και από κάποιους άλλους και να κατακτήθηκε απ’ τους Μαλιείς στα 413 π.Χ.. Κανείς δε γνωρίζει τον ιδρυτή της επακριβώς.

Εξ αιτίας της γεωγραφικής της θέσης, επειδή δηλαδή είναι στο πέρασμα από Βορρά για Νότο και από Νότο για Βορρά, σύντομα έγινε γνωστή και απέκτησε μια περίοπτη θέση, γι’ αυτό σχεδόν απ’ την ίδρυσή της ξεκινάει και η τρανή της ιστορία. Διοικείται από τρεις άρχοντες, από ένα στρατηγό, από έναν ίππαρχο καθώς επίσης και από Βουλή.

Στα μέσα του 4ου αιώνα με ποσό 600 μνων οι Λαμιώτες συνέβαλαν στο χτίσιμο Ναού στους Δελφούς. Πολλές φορές επιφανείς και διακεκριμένοι κάτοικοι της πόλης ορίστηκαν σαν δικαστές ή διαιτητές για τη διαλεύκανση σοβαρών και αμφισβητήσιμων υποθέσεων. Παράδειγμα η διαφορά μεταξύ Αθηναίων και Βοιωτών, που προέκυψε από την οριοθέτηση των συνόρων τους, κατά τους χρόνους του Δημητρίου του Πολιορκητού.

Πρέπει να αγαπούσανε το δίκιο, γιατί από επιγραφή μαθαίνουμε ότι:

«επήνεσαν και χρυσώ στέφανω εστεφάνωσαν τους δικαστάς ένεκα δικαιοσύνης…». (Αρχαιολογική εφημερίς Αθηνών, 1846, αρ. 1056).

Από άλλη επιγραφή γίνεται γνωστό, ότι οι ιερομνήμονες του Αμφικτυονικού Συνεδρίου στα 246 π.Χ. έδωσαν κάποια προνόμια σε δύο Λαμιώτες, γιατί διακόσμησαν το Ναό της Προνάου Αθηνάς. Στα 395 π.Χ., οι Λαμιώτες μαζί με τους Μαλιείς με αρχηγό τους το Λύσανδρο, πολέμησαν στη μάχη του Αλίαρτου ενάντια στους Αθηναίους και τους συμμάχους τους Θηβαίους, Κορινθίους και Αργείους. Στα 326 π.Χ. μαζί με τους Θηβαίους πολέμησαν στη μάχη της Μαντινείας, το δε 371 π.Χ. ακολούθησαν το Θεσσαλό για να πολεμήσουν τους Πέρσες.

Στη διάρκεια της πολιτικής και οικονομικής ανόδου του Μακεδονικού Κράτους, η Λαμία βρέθηκε κάτω απ’ την κυριαρχία των Μακεδόνων και μετατράπηκε σε μακεδονικό φρούριο στα 344 π.Χ. ‘Ενας μεγάλος αριθμός Λαμιωτών πολέμησε εναντίον των Περσών και έφτασε μέχρι και τα Γαυγάμηλα ακόμα.

Οι θρησκείες της Λαμίας

Οι θεοί που λατρεύτηκαν στη Λαμία και την ευρύτερη περιοχή ήταν πολλοί. Και πρώτα απ’ όλους ο Ζευς, ο «πατήρ ανδρών τε θεών τε», κατά τον ‘Ομηρο. ‘Ητανε ο θεός – προστάτης της φυλής των Αχαιών. Στην περιοχή της Λαμίας ονομαζόταν Πελασγικός ή Δωδωναίος. Σε τούτον το γενάρχη προσεύχεται ο Αχιλλέας, όταν λέει:

«Ζευ, άναξ, Δωδωναίε, Πελεσγικέ, τήλόθι ναίων, Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου» (Ιλιάδα, Β’, στ. 233)

Μας είναι ιστορικά γνωστό, πως στην αρχαία Ανθήλη, κωμόπολη κοντά στις Θερμοπύλες, υπήρχε Ναός προς τιμή της θεάς Δήμητρας. Επίσης, στη διάρκεια των Αμφικτυονιών, που γίνονταν εδώ και μάλιστα δύο φορές το χρόνο, όλοι οι περίοικοι του Μαλιακού Κόλπου έστελναν αντιπροσώπους, που προσέφεραν πανηγυρικές θυσίες σε τούτη τη θεά. Σε ανασκαφή που έγινε στα 1876, βρέθηκαν τρία αγάλματα και το ένα από αυτά παρίστανε τη Δήμητρα.

Στα 1888 βρέθηκε στη Λαμία άγαλμα της θεάς Αθηνάς και ήταν έργο του σπουδαίου γλύπτη Πραξιτέλη. Ο Ποσειδώνας, επίσης, λατρευόταν στη Λαμία. Τούτη η λατρεία μαρτυρείται από το Ναό, που βρέθηκε κοντά στο χωριό Λυγαριά, που ήταν αφιερωμένος στο όνομά του, καθώς επίσης και απ’ το ότι στη μυθολογία αναφέρεται, πως η πόλη χτίστηκε από τη Λαμία, κόρη του Ολύμπιου θεού, γι’ αυτό και η ιδιαίτερη λατρεία στον πατέρα της.

Άλλες θεότητες, που λατρεύτηκαν στη Λαμία, ήταν ο Διόνυσος – βρέθηκε Ναός του – και η Αφροδίτη, της οποίας βρέθηκαν δύο αγάλματα στις ανασκαφές του 1876, τα οποία χρονολογούνται απ’ την 3η π.Χ. εκατονταετηρίδα.

Είναι γνωστό, ότι οι Λαμιώτες ασπάστηκαν το Χριστιανισμό πολύ νωρίς, πιθανά ανάμεσα στα 50 και 52 μ.Χ., δηλαδή την εποχή που και οι γείτονές μας Υπατιαίοι άκουσαν το Ευαγγέλιο για πρώτη φορά από τον Ηρωδίωνα, έναν από τους εβδομήντα Αποστόλους. Δεν είναι όμως γνωστό, αν ο Ηρωδίωνας ήταν εκείνος, που πρωτομύησε τους Λαμιώτες στο Χριστιανισμό ή κάποιος άλλος. Ένα άλλο γεγονός, που συνέβη κατά την περίοδο της διάδοσης του Χριστιανισμού είναι το πέρασμα απ’ τη Λαμία των Αποστόλων Παύλου και Λούκα στο ταξίδι τους απ’ την Κόρινθο για τη Μακεδονία. Μερικοί απ’ τους ιστορικούς το αμφισβητούν. Πιστεύουν, πως η πορεία που ακολούθησαν ήταν απ’ τη Στυλίδα στην Πελασγία και κατόπιν στον Αλμυρό. ‘Αλλοι πιστεύουν, πως πέρασαν απ’ τη Λαμία για το Δομοκό κι από εκεί στα Φάρσαλα. Το πιθανότερο είναι να ακολούθησαν τη δεύτερη πορεία, μιας και η Λαμία ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων ξακουστή, αφού υπήρξε κάποτε πρωτεύουσα και τόπος πολλών πολέμων.

Η Λαμία κατά τη Βυζαντινή περίοδο

Στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Λαμία μνημονεύεται για πρώτη φορά στα πρακτικά της 3ης Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε το 431 μ.Χ. στην Έφεσο και στην οποία πήρε μέρος ο επίσκοπός της ο Σεκουδιανός. Τη συναντάμε ξανά σε γραπτό κείμενο το 531 μ.Χ., όταν ένας απ’ τους ιερείς της ο Πατρίκιος, ταξίδεψε στη Ρώμη για να συναντήσει τον Πάπα και να του επιδώσει επιστολή του Μητροπολίτη της Λάρισας, στην οποία παραπονιόταν, γιατί ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης τον είχε καθαιρέσει.

Αναφέρεται άλλη μια φορά ακόμα το όνομά της. Αυτό συμβαίνει το 551μ.Χ., στην εποχή του Ιουστινιανού, όταν ένας φοβερά μεγάλος και καταστρεπτικός σεισμός αφάνισε όχι μονάχα τη Λαμία, αλλά και ολόκληρη την τριγύρω περιοχή. Από τούτη τη χρονιά και για αιώνες η Λαμία πέφτει σε παρακμή. Χάνεται.

Ανάμεσα στο 551 μ.Χ. και στο 869 μ.Χ. που ξαναμνημονεύεται, πολλά γεγονότα έγιναν, όπως για παράδειγμα τα δεινά, που υπέστη με τον ερχομό των Οστρογότθων, των Σλάβων και των Βουλγάρων, καθώς επίσης και η απόκτηση καινούριου ονόματος, με το οποίο τη γνωρίζουμε στην 8η Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη στα 869 μ.Χ. και στην οποία πήρε μέρος ο εκπρόσωπός της, ο Γεώργιος, Επίσκοπος Ζητουνίου, όνομα που θα κρατήσει μέχρι το 1836.

Η οικονομία και η ανάπτυξη της Λαμίας

Η ίδρυση της εμποροπανήγυρης (1855) και του Τελωνείου (1839) συνέβαλαν στην κίνηση του εμπορίου και έδωσαν την ώθηση στην εμφάνιση των πρώτων αστικών επαγγελμάτων. Πριν το 1875 καταφθάνουν από την Αθήνα οι πρώτοι θεατρικοί θίασοι. Λειτουργεί συγχρόνως στρατιωτικό και πολιτικό νοσοκομείο και το 1836 ιδρύεται φαρμακείο. Μεταφέρεται το Πρωτοδικείο από την ‘Αμφισσα στη Λαμία και ιδρύεται το Ειρηνοδικείο. Λειτουργεί έκτακτο Στρατοδικείο και Κακουργιοδικείο, που εκδίδει πολλές αποφάσεις, μερικές από τις οποίες προβλέπουν θανατικές ποινές λόγω εξάρσεως της ληστείας.

Το 1860 ιδρύεται στη Λαμία υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Το 1858 αλλάζουν οι δρόμοι, τα τουρκικά ονόματα και κτίζονται τα πρώτα νεοκλασσικά σπίτια. Εδώ εδρεύουν μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις και λειτουργούν το Λοιμοκαθαρτήριο και οι Καζάρμες (υγειονομικοί σταθμοί). Εδώ έχουν κάνει από το 1875 την εμφάνισή τους οι πρώτες σοσιαλιστικές και προοδευτικές ιδέες.

Στις 8.1.1833 ιδρύθηκε ο Δήμος Λαμιέων, με έδρα τη Λαμία, πλαισιωμένος από τα χωριά: Ζητούνι, Ταράτσα, Μακρολείβαδο, Δερβέν Φούρκα, Τσοπανλάτες, Λαϊτσά, Μπεκή, Καλύβια, Ιμίρμπεη, Αλαμάνα, Μεγάλη Βρύση, Σαρμπουσακλή και Κόμμα. Το 1836, μετά την κατάργηση του Δήμου Κορωνείας, υπάχθησαν στο Δήμο Λαμιέων και τα χωριά Δίβρη, Παληοχώρι και Λιμογάρδι. Την εκτελεστική εξουσία κατά τα χρόνια 1833-1836 ασκούσαν ο έπαρχος και δύο δημογέροντες, οι Αθ. Τσίγγας και Α. Παπαλεξίου. Πρώτος επίσκοπος του μεταπελευθερωτίκου Ζητουνίου ήταν ο Ιάκωβος Μητρόπουλος.

Οι μεγαλοαστοί αρχίζουν να χτίζουν μεγάλα νεοκλασικά σπίτια, ενώ κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, υπήρχαν ακόμη πολλά τουρκικά σπίτια, τζαμιά κ.λ.π. και παράλληλα να ρυθμίζουν την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση της περιοχής. Την κατάσταση επηρέασαν κατά πολύ, οι εγκατασταθέντες στη Λαμία:

  • Χριστοφ. Περραιβός,
  • Αναγνώστης Ζητουνιάτης,
  • Γ. Τζαχείλας,
  • Αινιάνες,
  • Παπακώστας,
  • Τζαμάλας,
  • Κυριάκος Τασίκας, απ’ την Αίγυπτο,
  • Γρ. Πέρβελης,
  • Γ. Ζορμπάς κι αμέτρητοι άλλοι.

Στα 1879 ο Δήμος Λαμιέων είχε 2.186 ψηφοφόρους, μαζί με 14 χωριά της περιοχής του. Μόνη η Λαμία είχε 1.389. Στα 1840 είχε 4.000 κατοίκους. Κατά το 1879 είχε 6.000. Μέχρι το 1881 είχαν συρρεύσει στη Λαμία Θεσσαλοί, Ηπειρώτες, Μακεδόνες, Στερεοελλαδίτες, Αιγυπτιώτες, Κρητικοί, Ασπροποταμίτες, Επτανησιώτες, Βαυαροί, Τούρκοι κ.α.

Οι «Εφτά Βρύσες» και 3-4 πηγές, που βρισκόντουσαν μέσα στην πόλη, έλυναν το πρόβλημα υδρεύσεως και αρδεύσεως, μέχρι την εποχή αυτή και αργότερα, με την ενίσχυση και δια των πηγών Αγίου Γεωργίου (κοντά στο φρούριο) των Πηγαδουλίων, της Ταράτσας και του Αγίου Λουκά μέχρι το 1928, οπότε το θέμα υδρεύσεως της πόλης έλυσε ο Γοργοπόταμος.

Ο φωτισμός στην αρχή αποτελούσε ιδιωτικό πρόβλημα και μονάχα στα κεντρικά σημεία είχε τοποθετήσει ο Δήμος μερικούς φανοστάτες. Στα κεντρικά σημεία υπήρχε μικρό δίκτυο αποχετεύσεως από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης.

Από το 1852 μέχρι το 1877 επίσκοπος Φθιώτιδας ήταν ο Καλλίνικος Καστόρχης, ο οποίος ονομάστηκε αρχιεπίσκοπος, η δε Φθιώτιδα έγινε αρχιεπισκοπή μέχρι το 1899.

Η κατοχική Λαμία

Την περίοδο 1940-1950 σημάδεψαν, όχι μονάχα τη Λαμία και τη Φθιώτιδα, αλλά ολόκληρη την Ελλάδα, η εχθρική κατοχή 1941-1944 και ο Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949. Κατά την Κατοχή, υπήρξαν στερήσεις, ταλαιπωρίες, πείνα, εκτελέσεις αλλά και σθεναρή και αποτελεσματική αντίσταση των κατοίκων. Κατά τον Εμφύλιο υπήρξαν άπειρα θύματα και από το μέρος του εθνικού στρατού και από το μέρος των κομμουνιστών και εκτός αυτών υπήρξε αφάνταστα οπισθοδρόμηση όλης της χώρας σ’όλους τους τομείς της Κρατικής δραστηριότητας. Εκτός αυτού, ηχΧώρα έχασε πολλές από τις διεκδικήσεις της, που είχε σε βάρος των υπαίτιων της καταστροφής της, λόγω των επιθέσεων και της δράσης τους κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Τόσο στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, στον Ελληνογερμανικό, στην Κατοχή και στον Εμφύλιο η Λαμία και ολόκληρη η Φθιώτιδα, έδωσαν το παρόν και πολλοί από εκείνους διακινδύνευσαν τη σωματική τους ακεραιότητα και έδωσαν και τη ζωή τους ακόμη.

Στις 18-4-1941, ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, η Λαμία βομβαρδίστηκε ανελέητα από τους Γερμανούς και στις 20, ημέρα του Πάσχα, γερμανικά στρατεύματα μπήκαν στην πόλη και σε όλη την περιοχή για να μείνουν μέχρι της 17ης Οκτωβρίου 1944. Κατά την περίοδο αυτή οι κάτοικοι, παρ’ όλες τις κακουχίες, την πείνα και τη δυστυχία, τις συλλήψεις, τις φυλακίσεις, τις εκτελέσεις, τις λεηλασίες, τις δημεύσεις και τις επιτάξεις, δεν σταμάτησαν την εθνική τους αντίσταση κατά του κατακτητή, με επικεφαλής το ΕΑΜ και τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις.

Ο εμφύλιος πρωταγωνιστεί στη Λαμία

Κατά τα χρόνια 1946-1949 λειτούργησε στη Λαμία έκτακτο στρατοδικείο, το οποίο καταδίκασε πολλούς κομμουνιστές και σε θάνατο ακόμη, μερικοί από τους οποίους και εκτελέστηκαν. Εκ παραλλήλου, στην ύπαιθρο Χώρα επικρατούσαν οι κομμουνιστές αντάρτες, οι οποίοι είχαν ιδρύσει τα δικά τους λαϊκά δικαστήρια. Η Λαμία είχε γεμίσει από πολλούς ανταρτόπληκτους. Όλα αυτά τα δεινά οφείλονται στις συνέπειες του πολέμου και στις ιδεολογικές και πολιτικές αντιθέσεις των πάντα ανυπόμονων και θερμόαιμων συνανθρώπων μας.

Μετά τον εμφύλιο, οι ιθύνοντες της Λαμίας προσπάθησαν να ανορθώσουν τα ερείπια και να βάλουν κάποια τάξη στα πράγματα. Η πολιτική ηγεσία από την άλλη πλευρά προσπάθησε να βοηθήσει, η κάθε μια με τις δικές της δυνάμεις και τη δική της νοοτροπία.

Σιγά σιγά, πάντως, η ζωή έπαιρνε το δρόμο της και η κάθε οικονομική, πολιτιστική, κοινωνική και πνευματική δραστηριότητα τη δική της. Όμως από ανάγκη, πολλοί κάτοικοι της περιοχής, έπαιρναν το δρόμο προς τη Γερμανία κι άλλες χώρες προς εύρεση εργασίας.

Η Λαμία σήμερα

Το 1981 η Λαμία αριθμούσε 41.667 κατοίκους. Η πόλη μεγάλωσε παρά πολύ. Τα Καλύβια, η Νέα Μαγνησία, το Παγκράτι και η Νέα Άμπλιανη, συνοικισμοί της Λαμίας, όπως τα Γαλανέικα και οι εργατικές κατοικίες, ενώ σχεδόν έχουν ουσιαστικά ενωθεί με το μεγάλο κορμό της πόλης, μοιάζουν με ξεχωριστές μεγάλες πόλεις. Από τριακονταετίας και μέχρι σήμερα, έχουν χτιστεί αμέτρητες πολυκατοικίες και στο κέντρο και στις άκρες και έχουν στοιβαχτεί εκεί μέσα άνθρωποι από τα περίχωρα και από άλλα διαμερίσματα της χώρας, διαφόρων κοινωνικών τάξεων.

Η Λαμία είναι μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της χώρας μας και μια από τις σπουδαιότερες από άποψης θέσεως, οικονομικής δραστηριότητας και πνευματικού επιπέδου.

https://www.drakopouliada.gr