Ήταν τότε, το 1947 και το ’48, το ’49 ….της Σοφίας Χουδαλάκη



1

Έσπρωχνε η πιτσιρίκα τα παιδικά της δάχτυλα μέσα στην τρύπα του τοίχου, προσπαθώντας να στερεώσει το γαρίφαλο, λες και ήξερε ότι το αντίδοτο του θανάτου κρεμόταν από τις άκρες των λεπτών της χεριών. Έσπρωχνε με μανία τη ζωή, μέχρι να χωθεί και να ριζώσει μέσα στα ανοίγματα που άνοιξαν σ’ εκείνον τον τοίχο οι σφαίρες που σκότωσαν, κάποτε, κάποια άλλα παιδιά. Σπρώξε μικρή μου, σπρώξε με τη δύναμη των καθαρών σου ονείρων τα κόκκινα γαρίφαλα μέσα στις πληγές που άνοιξαν τα εκτελεστικά αποσπάσματα όταν σκότωναν τον 19χρονο Δημήτρη, τον 22χρονο Γιάννη, τον 27χρονο Νίκο. Ρίξε μια στάλα κόκκινης ζωής στη μαυρίλα του θανάτου.
Ήταν τότε, το 1947 και το ’48, το ’49 και ακόμα μετά την τυπική λήξη του Εμφυλίου όταν έφτανε από το λιμάνι της Κέρκυρας το καράβι με τους πολιτικούς κρατούμενους που πήγαιναν για εκτέλεση. Κάθε φορά η ίδια διαδρομή. Από την προηγούμενη νύχτα ο δεσμοφύλακας έπαιρνε τον κρατούμενο από το κελί του και τον έβαζε στον Γολγοθά, ένα μικρό κελί έξω από τα κεντρικά κτίρια των φυλακών Κέρκυρας. Εκεί, ο μελλοθάνατος είχε την ευκαιρία να καλέσει όποιον σύντροφό του ήθελε από την πτέρυγα Θ, την πτέρυγα των κομμουνιστών. Σε εκείνον έδινε το γράμμα για τη μάνα, για τα παιδιά, για τη γυναίκα του. Ο Γιάννης ζήτησε από τον σύντροφό του να πάρει το ρολόι του και να το στείλει ενθύμιο στην αδερφή του. Πρέπει να πέρασε χρόνια ολόκληρα εκείνη η γυναίκα μετρώντας τις ώρες της ζωής της ξέροντας πια ότι ο αδερφός της δεν υπήρχε. Ένα χοντρό πουλόβερ που το είχε να τον ζεσταίνει μέσα στα υγρά κελιά, το άφησε πίσω για να το πάρει όποιος συγκρατούμενός του το χρειαζόταν.

Εκείνη η νύχτα, η τελευταία, τελειώνει πριν χαράξει το πρώτο φως. Στο προαύλιο της φυλακής συγκεντρώνουν τους πολιτικούς κρατούμενους που είναι να φύγουν για το Λαζαρέτο. Εκείνη την ώρα οι συγκρατούμενοί τους σηκώνουν το κεφάλι όσο αντέχουν ψηλότερα για να φτάσουν στα παράθυρα των κελιών και με τα χάρτινα αυτοσχέδια χωνιά τους αρχίζουν να φωνάζουν στους Κερκυραίους, ότι τούτη την ώρα άλλη μια φουρνιά πολιτικών κρατούμενων φεύγει για εκτέλεση. Το καράβι περιμένει στο λιμάνι. Απέναντί τους δύο μικρά νησάκια, δυο πράσινες κουκίδες γης μέσα στο μελανό της θάλασσας. Το ένα, ο Βίδος, είναι η λεγόμενη «Μικρή Μακρόνησος», εκεί που βασανίζονται οι ανήλικοι πολιτικοί κρατούμενοι. Το άλλο, το Λαζαρέτο, η τελευταία γη που θα πατήσουν οι κομμουνιστές των φυλακών Κέρκυρας.

Λίγο κρατά αυτή η διαδρομή, μικρός ο τόπος, σύντομο το ταξίδι και η ανατολή πρέπει να έχει κιόλας αρχίσει να κοκκινίζει τον ορίζοντα. Το εκτελεστικό απόσπασμα είναι εκεί, οι έφεδροι αξιωματικοί από την Σχολή Εφέδρων της Κέρκυρας (ΣΕΑΚ). Ο εισαγγελέας, ο παπάς, ο γραμματέας όλοι είναι στη θέση τους, όλοι περιμένουν τον ήλιο να σηκωθεί ακόμα κι εκείνοι που ξέρουν πως οι πρώτες του ακτίνες είναι το σινιάλο που θα τους πάρει τη ζωή. Ποια ζωή;

Πόσα χρόνια είναι σε φυλακές; Ο Λεωνίδας, που θα εκτελέσουν σε λίγο είναι μόλις 19 χρονών. Πότε πρόλαβαν να τον πιάσουν; Λίγα χρόνια νωρίτερα είχαμε την Κατοχή κι εκείνος πρέπει να ήταν 11-12 χρονών παιδί, ίσως ΕΠΟΝίτης, ίσως ένα από εκείνα τα παιδιά που προσπαθούσαν να βουτήξουν το καρβέλι το ψωμί από τα γερμανικά φορτηγά για να φάνε. Κι ο Νίκος, που πρόλαβε να φτάσει 27 χρονών, πού ήταν πριν; Του άρεσε η μπάλα, του άρεσε το ποδόσφαιρο κι ήταν καλός, τόσο καλός που ήταν στον Ολυμπιακό. Πριν από εκείνο το πρωί είχε ζήσει όλη την Ιστορία της Πατρίδας μας πάνω στο πετσί του. Είχε πολεμήσει, είχε λάβει μέρος στη μεγάλη μάχη της Ηλεκτρικής, όταν ο ΕΛΑΣ πάλευε να σώσει την Αθήνα από την καταστροφή των Γερμανών.
Ο ήλιος σηκώνεται, ουρανοφώτισε η πλάση, κοκκινίζει ο τοίχος από τις πρώτες του ακτίδες… λίγο ακόμα για να κοκκινίζει και το χώμα… λίγο ακόμα…

Βάλσαμο τα γαρίφαλα στον τοίχο των εκτελέσεων, μικρή μου. Βάλσαμο και το μαλακό σου πάτημα στο χώμα εκείνο που έγειραν τα κορμιά των σκοτωμένων κομμουνιστών. Τούτα τα παιδιά που ήρθαν σήμερα στο Λαζαρέτο θα μπορούσαν να ήταν τα εγγόνια των εκτελεσμένων. Θα ήταν τα εγγόνια τους αν το μετεμφυλιακό κράτος των δωσίλογων της Κατοχής τους είχε αφήσει να ζήσουν, να μεγαλώσουν, να ερωτευτούν, να κάνουν οικογένειες. Δεν τους άφησε, τους εκτέλεσε ελπίζοντας ότι με τις σφαίρες θα εκτελούσε τις ιδέες τους, θα έσβηνε από την Ιστορία τους αγώνες τους. Δεν τα κατάφερε, ποτέ δεν θα τα καταφέρει όσο θα υπάρχουν παιδιά, μικρότερα, μεγαλύτερα, έφηβοι και νέοι που θα φωνάζουν για την ανάγκη των ανθρώπων να ζουν όρθιοι, να ανασαίνουν ελεύθεροι, να γελούν, να αγαπούν, να συντροφεύονται.
Ένα κόκκινο γαρύφαλλο στην πληγή του τοίχου, σαν φιλί παιδιού σε μάγουλο γέροντα…

2
3
4

Σοφία Χουδαλάκη